Το γράμμα ενός πατέρα στην κόρη του: «Να έρχεσαι κοριτσάκι μου, συχνότερα τώρα που είμαι ακόμα εδώ»

🔔 ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΑ ΔΥΝΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑ ΧΑΝΕΙΣ ΣΤΟ FACEBOOK; 👉 Μπες στο κανάλι μας στο Viber εδώ 👈

Το γράμμα ενός πατέρα στην κόρη του: «Να έρχεσαι κοριτσάκι μου, συχνότερα τώρα που είμαι ακόμα εδώ»

 

Υπάρχουν κάποια λόγια που τα καταλαβαίνουμε πραγματικά μόνο όταν είναι αργά. Όσο οι γονείς μας είναι εκεί, ένα τηλεφώνημα μπορεί να περιμένει, μια επίσκεψη μπορεί να γίνει την επόμενη εβδομάδα και ένας καφές μπορεί να αναβληθεί. Μέχρι που κάποια μέρα συνειδητοποιούμε ότι ο χρόνος που θεωρούσαμε δεδομένο δεν ήταν τελικά ανεξάντλητος.

Ένα συγκινητικό κείμενο που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στο διαδίκτυο και αποδίδεται στη Σοφία Νικολαΐδου μιλά ακριβώς γι’ αυτό.

Για έναν πατέρα που δεν ζητά από την κόρη του χρήματα, δώρα ή ανταλλάγματα.

Ζητά κάτι πολύ πιο απλό.

Να έρχεται λίγο συχνότερα, όσο εκείνος είναι ακόμη εκεί για να της ανοίξει την πόρτα.

Όσο είναι κοντά μας, πιστεύουμε ότι θα είναι πάντα εκεί

Υπάρχει κάτι παράξενο στη σχέση μας με τον χρόνο.

Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι μεγαλώνουν.

Βλέπουμε τα μαλλιά των γονιών μας να ασπρίζουν, το βήμα τους να γίνεται λίγο πιο αργό και τα χρόνια να αφήνουν τα σημάδια τους.

Κι όμως, κάπου μέσα μας εξακολουθούμε να τους βλέπουμε όπως ήταν όταν ήμασταν παιδιά.

Σαν να μην μπορούν να γεράσουν πραγματικά.

Σαν να υπάρχει πάντα μια επόμενη Κυριακή.

Ένα επόμενο τραπέζι.

Ένα επόμενο τηλεφώνημα.

Μια επόμενη ευκαιρία να καθίσουμε μαζί τους χωρίς να κοιτάζουμε το ρολόι.

Μόνο που κανένας άνθρωπος δεν είναι δεδομένος.

Και αυτό ακριβώς περιγράφει το γράμμα ενός πατέρα προς την κόρη του.

«Γράμμα στην κόρη μου»

Θα περάσει ο χρόνος, κόρη μου,

κι όταν δεν θα υπάρχω,

η σιωπή θα κυριεύσει το σπίτι,

φέρνοντας κρύο, παγωνιά κι ας είναι καλοκαίρι…

Θα προσπαθείς τον χρόνο να γυρίσεις πίσω και οι θύμησες του μικρού κοριτσιού θα αποζητούν την αγκαλιά μου…

Θα θυμάσαι πόσο σ’ αγαπούσα…

Θα έρχεσαι και θα ξανάρχεσαι στο σπίτι μας, μα κανείς δε θα σου ανοίγει.

Μόνο η λεύκα θα σου γνέφει και το ήρεμο θρόισμα των φύλλων της θα ακούς…

Σήμερα δεν έχεις χρόνο, το ξέρω.

Και το μάτι μου τρεμοπαίζει, θυμώνω.

Διάολε, θέλω να κλάψω…

Θα περάσει ο χρόνος κι η σιωπή θα τον τυλίξει…

Χαμογελαστό θα με θυμάσαι και δάκρυ στο μάτι σου θα γίνομαι…

Να έρχεσαι κοριτσάκι μου, συχνότερα… τώρα που είμαι ακόμα εδώ και να θυμάσαι πως σ’ αγαπώ πολύ.

Κείμενο που αποδίδεται στη Σοφία Νικολαΐδου.

Μια φράση που πονά περισσότερο όσο μεγαλώνουμε

«Τώρα που είμαι ακόμα εδώ».

Ίσως αυτές οι έξι λέξεις να είναι ολόκληρο το νόημα του κειμένου.

Γιατί ο πατέρας δεν κατηγορεί πραγματικά την κόρη του.

Ξέρει ότι έχει τη δική της ζωή.

Δουλειά.

Υποχρεώσεις.

Ίσως παιδιά και μια οικογένεια που απαιτεί καθημερινά τον χρόνο της.

Ξέρει ότι δεν τον ξέχασε.

Αλλά ξέρει και κάτι που εκείνη μπορεί ακόμη να μην έχει συνειδητοποιήσει:

ο χρόνος τους μαζί έχει αρχίσει να μετρά διαφορετικά.

«Θα έρχεσαι και θα ξανάρχεσαι στο σπίτι μας, μα κανείς δε θα σου ανοίγει»

Ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή εικόνα ολόκληρου του γράμματος.

Το πατρικό σπίτι δεν είναι μόνο οι τοίχοι του.

Δεν είναι η κουζίνα, το παλιό τραπέζι, τα έπιπλα ή η αυλή.

Είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα.

Η φωνή που ακούγεται μόλις ανοίξει η πόρτα.

Η ερώτηση «έφαγες;».

Ο άνθρωπος που περιμένει να ακούσει το αυτοκίνητο να σταματά απ’ έξω.

Κάποτε επιστρέφουμε στο ίδιο σπίτι και όλα τα αντικείμενα βρίσκονται στη θέση τους.

Μόνο ο άνθρωπος που έκανε το σπίτι να μοιάζει σπίτι λείπει.

Και τότε ακόμη και η σιωπή ακούγεται διαφορετικά.

Τα τηλεφωνήματα που αναβάλλουμε

«Θα πάρω αύριο».

«Θα περάσω το Σαββατοκύριακο».

«Δεν προλαβαίνω σήμερα».

«Θα τα πούμε την άλλη εβδομάδα».

Όλοι έχουμε πει κάποια από αυτές τις φράσεις.

Και τις περισσότερες φορές δεν κρύβεται αδιαφορία πίσω τους.

Κρύβεται απλώς η καθημερινότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι η καθημερινότητα έχει έναν περίεργο τρόπο να καταπίνει εβδομάδες, μήνες και χρόνια.

Μέχρι που κοιτάζουμε τους γονείς μας και συνειδητοποιούμε ξαφνικά πόσο άλλαξαν.

Οι γονείς δεν ζητούν πάντα αυτό που πραγματικά θέλουν

Πολλοί μεγαλύτεροι άνθρωποι δεν θα πουν εύκολα:

«Μου λείπεις».

Θα ρωτήσουν:

«Πότε θα περάσεις;»

Ή:

«Έχεις δουλειά σήμερα;»

Μπορεί να τηλεφωνήσουν για κάτι εντελώς ασήμαντο.

Να ρωτήσουν κάτι που θα μπορούσαν να βρουν μόνοι τους.

Να ζητήσουν μια μικρή βοήθεια που ίσως δεν χρειάζονται πραγματικά.

Και μερικές φορές πίσω από όλες αυτές τις μικρές αφορμές υπάρχει μια πολύ απλή ανάγκη:

«Θέλω να σε δω».

Κάποτε εκείνοι έβρισκαν πάντα χρόνο για εμάς

Όταν ήμασταν παιδιά, ο χρόνος των γονιών μας έμοιαζε ανεξάντλητος.

Μας πήγαιναν σχολείο.

Περίμεναν έξω από δραστηριότητες.

Ξενυχτούσαν όταν ήμασταν άρρωστοι.

Άκουγαν τα προβλήματά μας, ακόμη κι όταν σήμερα μας φαίνονται αστεία.

Έτρεχαν σε γιατρούς.

Σε γιορτές.

Σε εξετάσεις.

Σε πρώτες μέρες σχολείου.

Σε δύσκολες νύχτες.

Και κάπου στη διαδρομή οι ρόλοι αρχίζουν σιγά σιγά να αλλάζουν.

Τα παιδιά μεγαλώνουν.

Οι γονείς γερνούν.

Και εκείνοι που κάποτε έτρεχαν παντού για εμάς αρχίζουν να περιμένουν από εμάς μια επίσκεψη.

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μια απώλεια για να θυμηθούμε

Το μήνυμα του γράμματος δεν χρειάζεται να διαβαστεί ως ενοχή.

Δεν σημαίνει ότι τα ενήλικα παιδιά πρέπει να εγκαταλείψουν τη ζωή, τις υποχρεώσεις ή τις δικές τους οικογένειες.

Οι σχέσεις γονιών και παιδιών μπορεί επίσης να είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους και δεν είναι όλες οι οικογενειακές ιστορίες ίδιες.

Το μήνυμα είναι πιο απλό.

Όταν υπάρχει αγάπη, όταν υπάρχει μια καλή σχέση και όταν οι άνθρωποί μας είναι ακόμη εδώ, αξίζει να μην αφήνουμε όλες τις συναντήσεις για «κάποια άλλη μέρα».

Γιατί η άλλη μέρα δεν είναι υπόσχεση.

Μια δεύτερη ιστορία που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια

Μαζί με το συγκεκριμένο γράμμα αναδημοσιεύεται συχνά και ένα διαφορετικό συγκινητικό ποίημα.

Αφηγείται τη συνάντηση με μια ηλικιωμένη γυναίκα που, σύμφωνα με τους στίχους, είχε μεγαλώσει πέντε παιδιά και αργότερα βρέθηκε μόνη σε ίδρυμα.

Δεν πρόκειται για συνέχεια του γράμματος του πατέρα, αλλά για ξεχωριστό κείμενο με παρόμοιο μήνυμα γύρω από τη μοναξιά των ηλικιωμένων.

«Παιδάκι μου, σε σταματώ όχι να ζητιανέψω»

Μια ιστορία θα σας πω
που μου ‘τυχε μια μέρα…

Μία γιαγιά συνάντησα
και μου ‘πιασε τη χέρα…

Παιδάκι μου, σε σταματώ
όχι να ζητιανέψω…

Μα λίγ’ αγάπη πεθυμώ
και βγήκα να γυρέψω…

Πέντε παιδιά μεγάλωσα,
μου λέει δακρυσμένη…

Τα σπούδασα, τα πάντρεψα
κι ας ήμουν στερημένη…

Τα πρώτα εγγόνια ήρθανε,
Θεέ μου, τι ευτυχία…

Μα η χαρά δε κράτησε
κι ήρθε η δυστυχία…

Μου είπανε ότι μαζί
δε πρέπει πια να ζούμε…

Θα μπεις σε ένα ίδρυμα
και εκεί θα σε θωρούμε…

Δεν έφερα αντίρρηση
κι ας πόναγε η καρδιά μου…

Χίλια κομμάτια γίνηκαν
όλα τα όνειρά μου…

Εσείς να είσαστε καλά,
παιδάκια μου, τους λέω…

Και σκύβω για να μη θωρούν
ότι για κείνο κλαίω…

Χρόνοι πολλοί περάσανε,
παιδί μου, συνεχίζει…

Απού δεν ήρθαν να με δουν
και η καρδιά ραγίζει…

Γι’ αυτό κι εγώ σταμάτησα
έναν ξένο να μιλήσω…

Να πω παραπονέματα
προτού να ξεψυχήσω…

Άφωνος εγώ την άκουγα
για όλα αυτά να λέει…

Και δε σταμάτησε στιγμή
η άμοιρη να κλαίει…

Σώπασε, μάνα, και εγώ
είμαι εδώ για σένα…

Μου γέλασε και έκλεισε
τα μάτια ευτυχισμένα…

Δύο διαφορετικά κείμενα, το ίδιο μήνυμα

Το ένα μιλά με τη φωνή ενός πατέρα.

Το άλλο με τη φωνή μιας ηλικιωμένης μητέρας.

Και τα δύο, όμως, καταλήγουν περίπου στο ίδιο σημείο:

οι άνθρωποι δεν χρειάζονται πάντα μεγάλα πράγματα για να αισθανθούν ότι τους αγαπάμε.

Μερικές φορές χρειάζονται χρόνο.

Έναν καφέ χωρίς βιασύνη.

Ένα τηλεφώνημα χωρίς συγκεκριμένο λόγο.

Ένα οικογενειακό τραπέζι.

Μια βόλτα.

Μια αγκαλιά.

Ή απλώς κάποιον να καθίσει δίπλα τους.

Το «μετά» είναι γεμάτο πράγματα που θα θέλαμε να είχαμε κάνει

Μετά από μια απώλεια, πολλοί άνθρωποι δεν θυμούνται τα μεγάλα γεγονότα.

Θυμούνται μικρές στιγμές.

Μια κουβέντα στην κουζίνα.

Ένα φαγητό.

Μια φωνή στο τηλέφωνο.

Ένα αστείο που επαναλαμβανόταν για χρόνια.

Τον τρόπο που κάποιος έλεγε το όνομά τους.

Μια συγκεκριμένη θέση στο τραπέζι.

Οι συνηθισμένες στιγμές είναι συχνά εκείνες που αποκτούν τη μεγαλύτερη αξία όταν πάψουν να είναι διαθέσιμες.

«Να έρχεσαι τώρα που είμαι ακόμα εδώ»

Ίσως τελικά να μη χρειάζεται να περιμένουμε ένα γράμμα σαν αυτό για να κάνουμε το απλούστερο πράγμα.

Αν έχουμε έναν άνθρωπο που αγαπάμε και έχουμε τη δυνατότητα να τον δούμε, μπορούμε να περάσουμε από την πόρτα του.

Αν βρίσκεται μακριά, μπορούμε να τηλεφωνήσουμε.

Αν έχουμε καιρό να του πούμε ότι τον αγαπάμε, μπορούμε να το πούμε τώρα.

Όχι επειδή πρέπει να ζούμε με τον φόβο ότι αύριο κάποιος θα λείπει.

Αλλά επειδή η αγάπη έχει μεγαλύτερη αξία όταν ο άλλος είναι εδώ για να τη νιώσει.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο δυνατή φράση ολόκληρου του γράμματος:

«Να έρχεσαι κοριτσάκι μου, συχνότερα… τώρα που είμαι ακόμα εδώ».

Το πρώτο κείμενο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο αποδιδόμενο στη Σοφία Νικολαΐδου. Το δεύτερο ποίημα έχει δημοσιευτεί ξεχωριστά σε διαφορετικές ιστοσελίδες και δεν αποτελεί συνέχεια του πρώτου.

Σχετικές δημοσιεύσεις